Σπύρος Παυλίδης. Η δημιουργία του Αιγαίου. Από την ποίηση στις γεωεπιστήμες. Εκδόσεις Γερμανός, Θεσσαλονίκη 2022. Βραβείο Ακαδημίας Αθηνών

Γράφει ο Διδάκτωρ Φιλολογίας, Γαλαίος Ιωάννης Ε.

Ο Σπύρος Παυλίδης, διαπρεπής επιστήμονας και Δάσκαλος, Ομότιμος καθηγητής Γεωλογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, προφέρει με το βιβλίο του αυτό ένα έργο πρωτότυπο, καθώς,  όπως προδηλώνει ο τίτλος, επιχειρεί να συνδυάσει τη γεωλογική επιστήμη με την ποίηση. 

Η σύζευξη αυτή εξηγείται επαρκώς στον διαφωτιστικό Πρόλογο (σελ. 11-15). Ο Παυλίδης θεωρεί πως ο επιστήμονας κι ο ποιητής συναντιούνται τόσο στην ερευνητική τους διάθεση (την αναζήτηση του «γιατί» και της αλήθειας) όσο και στο αντικείμενο της έρευνάς τους, που είναι η ζωή, η φύση και ο άνθρωπος. Διαφέρουν όμως ως προς τον τρόπο προσέγγισης του κοινού αντικειμένου. Η επιστήμη χρησιμοποιεί τη λογική  ͘  η ποίηση βασίζεται στο συναίσθημα. Η πρώτη εδράζεται στα εμπειρικά δεδομένα, την «όραση»  ͘  η δεύτερη αναβλύζει μέσα από την υπαρξιακή αγωνία και την «ενόραση». Η επιστημονική έρευνα, τέλος, εξειδικεύει τη γνώση  ͘  η ποιητική ευαισθησία της δίνει συνοχή και τη συνοψίζει. Ο Παυλίδης νομίζει ακόμη ότι οι όροι επιστήμη και ποίηση, παρά τις μεταξύ τους διαφορές, συνιστούν αναγκαίους και συμπληρωματικούς τρόπους ολοκληρωμένης θέασης του κόσμου και, πιο συγκεκριμένα, του Αιγαίου, στη μελέτη του οποίου ο συγγραφέας επιμένει ιδιαίτερα. Για να υπερασπιστεί πειστικότερα αυτή τη συνθετική θεώρηση προσφεύγει σε  ρήσεις κορυφαίων επιστημόνων, όπως ο Κάρλο Ροβέλλι, καθηγητής θεωρητικής φυσικής, λογοτεχνών, όπως ο Ινδός Ραμπιντρανάθ Ταγκόρ, που συσχετίζεται με τον Αϊνστάιν, ο Διονύσιος Σολωμός, ο Γιώργος Σεφέρης και ο Οδυσσέας Ελύτης και φιλοσόφους, όπως ο Κώστας Αξελός. Αναφέρει επίσης ως παράδειγμα συγκερασμού ποίησης και επιστήμης το εκτενές φιλοσοφικό ποίημα του Λατίνου ποιητή Λουκρήτιου (95-55 π.Χ.) De rerum natura (Περί της φύσεως των πραγμάτων). Δεν παραλείπει τέλος να κατονομάσει τις ελληνικές οφειλές του στο μείγμα επιστημονικής εκλαΐκευσης και ποίησης: τη μελέτη του Τάσου Λιγνάδη στο Άξιον εστί του Οδυσσέα Ελύτη και τη Συνείδηση της Πετραίας Γης του Μανώλη Γλέζου. Το ζεύγος όμως επιστήμη-ποίηση επηρεάζει και τον τρόπο σύνθεσης και γραφής του βιβλίου του Παυλίδη. Γράφει χαρακτηριστικά ο συγγραφέας: ”η πεζή επιστημονική γλώσσα, όσο απλή και αν είναι, έχει ανάγκη την ποιητική, όπου εναλλάσσονται κι οι δυο τους στο κείμενο, προσπαθώντας να αλληλοσυμπληρωθούν και να δέσουν, στο βαθμό που το πετυχαίνουν” (σελ. 14). 

Η Εισαγωγή που ακολουθεί (σελ. 17-38) συμπληρώνει τον Πρόλογο. Η συνθετική επιλογή “είδος μικτό αλλά νόμιμο”, για να θυμηθούμε τον Σολωμό, προσλαμβάνει προγραμματικό χαρακτήρα. Παραθέτω ενδεικτικά: “Η ιστορία που θα σας αφηγηθεί το βιβλίο αυτό, για το πώς γεννήθηκε και εξελίχθηκε αυτός ο χώρος που ονομάζεται Αιγαίο, δηλαδή ο ευρύτερος ελλαδικός χώρος, δεν θα ιστορηθεί με αυστηρούς γεωεπιστημονικούς όρους, ούτε θα υμνηθεί, για να διαφύγουμε από τη σαγήνη της. Θα εκφραστεί με έναν τρόπο ανάμεικτο, με τις κεραίες ανίχνευσης της ιστορίας, της παράδοσης, της φύσης, όπως εκφράζεται μέσα από την ποίηση, μα πάνω απ’ όλα με το απόσταγμα των γεωεπιστημών, μέσα από τα γεωσπαράγματα, τις πέτρες και τα χώματα, που προσπαθούν να μας μιλήσουν με ένα βιωματικό αίσθημα” (σελ. 17-18). Η σύγκριση έπειτα ανάμεσα στην επιστήμη και την ποίηση συμπληρώνεται με νέες έννοιες, όπως ομορφιά, φαντασία, μνήμη και ιστορία. Ο Παυλίδης δίνει πάντα έμφαση στις συγκλίσεις. Πρώτο ποιητή, φιλόσοφο και επιστήμονα στον τομέα της γεωπεριγραφής θεωρεί τον Ξενοφάνη τον Κολοφώνιο (570-475 π.Χ.) και νεότερο συνεχιστή του τον Ελύτη στο Άξιον Εστί  και την Γένεσιν.  Επομένως, αν θέλουμε να αναζητήσουμε την καταγωγική μήτρα του βιβλίου του Παυλίδη, θα τη βρούμε πιθανότατα (πέρα από το προαναφερόμενο βιβλίο του Γλέζου)  στον Ξενοφάνη και τον Ελύτη. Ένα άλλο ομόλογο εννοιολογικό ζεύγος που απαντά στην Εισαγωγή είναι το  δίπολο μύθος και επιστήμη. Ο συγγραφέας δίνει παραδείγματα γεωλογικών μύθων, όπως αυτά της Γαίας και του Ερυσίχθονα (με την σύγχρονες οικολογικές του προεκτάσεις). Αναφέρεται ακόμη στο πέρασμα από τον μύθο στον λόγο με τους Ίωνες προσωκρατικούς φιλοσόφους (6ος π.Χ. αι.) και στη θέση του μύθου στον σημερινό καιρό της επιστήμης. Τέλος, η Εισαγωγή συνεχίζει τις αναφορές σε ποιητές, από τους δικούς μας στον Τίτο Πατρίκιο, την Κική Δημουλά, τον Τάσο Λειβαδίτη και τον  Νικηφόρο Βρεττάκο και από τους ξένους στον Χιμένεθ και τον Πόε. 

Ο κύριος κορμός του βιβλίου αναπτύσσεται στη συνέχεια σε δέκα κεφάλαια. Παραθέτω τίτλους, για να φανεί αδρομερώς η θεματική τους και η οικονομία της ύλης: Η φιλοσοφία της “φύσης” και η σύγχρονη επιστήμη. -Κοσμογονικό: η δημιουργία του κόσμου και της γης. – Ύλη για το πλάσιμο της γης. -Ωκεανοί: η δημιουργία της θάλασσας και του αέρα. -Η δημιουργία της ζωής. Τα ασήμαντα σημαντικά. -Η εμφάνιση του ανθρώπου. -Ζωή και θάνατος. Μια διαρκής μεταβολή. -Ο δυναμικός μας πλανήτης. Βουνά, σεισμοί και ηφαίστεια. -Η γένεση του Αιγαίου. -Αιγαίο, αγώνες και πολιτισμός. Στο πρώτο κεφάλαιο, που είναι κάπως θεωρητικό, ο Παυλίδης παρουσιάζει την ιστορία της γεωλογικής σκέψης  από τους προσωκρατικούς φιλοσόφους μέχρι την επιστημονική της θεμελίωση το 1830 από τον Lyell με το έργο του “Principles of Geology” (“Αρχές της Γεωλογίας”) και την εξέλιξή της στη σύγχρονη εποχή με τις θεωρίες του γεωσυγκλίνου (σελ. 67-68) και  των λιθοσφαιρικών ή τεκτονικών πλακών (σελ. 70-72) και με ενδιάμεσους κρίσιμους σταθμούς την Αναγέννηση (Μερκάτορ, Κοπέρνικος, Γαλιλαίος, Νεύτωνας, Καρτέσιος) και τον Διαφωτισμό (Μπυφόν, Λομονόσωφ, Λαμάρκ κ. ά.). Παράλληλα, αναλύει την επίδραση των εξελικτικών θεωριών από την εποχή του Δαρβίνου και εξής στην αλλαγή επιστημονικού παραδείγματος στην επιστήμη της γεωλογίας και την κατανόηση του γεωπεριβάλλοντος και της γεωποικιλότητας μέσα στο μακρό γεωλογικό χρόνο. Ωστόσο, ο συγγραφέας δεν βλέπει την επιστημονική αυτή εξέλιξη ως κάτι αυτόνομο. Αντίθετα, τη συνάπτει με τις οικονομικές, κοινωνικές και ιδεολογικές συνθήκες της εκάστοτε ιστορικής περιόδου, καταφεύγοντας και στη σοφία του Μπρέχτ (σελ. 74-75). Στο τέλος του πρώτου αυτού κεφαλαίου ο Παυλίδης μας δίνει την περίληψη των επόμενων. Παραθέτω: “Στην πορεία αυτής της γνώσης, ακολουθώντας τους ποιητές μας και τους γεωεπιστήμονες, θα προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε τη δημιουργία και εξέλιξη του κόσμου μας πρώτα, θα διατρέξουμε στη συνέχεια, πολύ σύντομα, τη μεγάλη πορεία της ιστορίας της Γης και της Ζωής, όπως περίπου τη διαγράφει ο Οδυσσέας Ελύτης στη “Γένεσι” του “Άξιον εστί”. Σ’ αυτή τη σειρά ακολουθούν το κοσμογονικό κεφάλαιο με τη δημιουργία του σύμπαντος κόσμου, τα υλικά από τα οποία είναι φτιαγμένη η Γη μας, τα ορυκτά και πετρώματα, η δημιουργία της Θάλασσας και γενικά του νερού και του αέρα, η γένεση και εξέλιξη της Ζωής και του Ανθρώπου μέσα στον οικότοπη Γη, με την ανακύκλωση ζωής και θανάτου, ο τρόπος δημιουργίας των βουνών και όλα τα φαινόμενα που συνδέονται με την ορογένεση, όπως σεισμοί, ηφαίστεια, διάβρωση, τα οποία περιγράφονται για να φτάσουμε στη δημιουργία του ελλαδικού χώρου: βουνά, θάλασσες, νησιά, υποθαλάσσιες πεδιάδες και θαλασσοβούνια, τάφροι, γένεση και γεωλογική εξέλιξη του Αιγαίου και ο πανανθρώπινος πολιτισμός που ξεκίνησε από τον χώρο αυτό” (σελ. 75-76). 

Πανταχού παρούσα, σύμφωνα με την κυρίαρχη γραμμή του βιβλίου, στο γεωλογικό αυτό ταξίδι είναι η λογοτεχνικότητα, όποτε βεβαίως προσφέρεται και το θέμα (και προσφέρεται συχνά). Η κοσμογονία, το φως, τα αστέρια, τα πετρώματα και τα ορυκτά, το νερό, η θάλασσα, η βροχή, οι άνεμοι, ο χρόνος, ο άνθρωπος, η ζωή και ο θάνατος, οι σεισμοί, τα βουνά (ειδικά ο Όλυμπος), το Αιγαίο, η Σαντορίνη, η Νίσυρος, η Κύπρος, το αμπέλι και το κρασί δίνουν αφορμή για μυθολογικούς, ιστορικούς, φιλοσοφικούς και ποιητικούς παραλληλισμούς. Οι παραπομπές σε συγγραφείς είναι κι εδώ πολλές. Τα παράλληλα αυτά δένονται αρμονικά με την επιστημονική περιγραφή. Της προσδίδουν μάλιστα μια ευρύτερη διάσταση, διεπιστημονική, όπως ταιριάζει και στην οπτική του συγγραφέα. Ύστερα την κάνουν πιο ευχάριστη στον αναγνώστη μέσα από την ποικιλία. Ο Παυλίδης δεν γράφει απλώς ένα γεωλογικό εκλαϊκευτικό βιβλίο  ͘  το ζει. Χωρίς να κάνει εκπτώσεις στην επιστημονική ακρίβεια, αφήνει χώρο για ένα λόγο πιο στοχαστικό, βιωματικό και ποιητικό. 

Την ολιστική αυτή λογική επιβεβαιώνει και ο Επίλογος, στον οποίο το Αιγαίο προβάλλεται όχι μόνο ως γεωλογικός σχηματισμός αλλά και ως σταυροδρόμι και χωνευτήρι πολιτισμών. Οδηγός του συγγραφέα και πάλι το  Άξιον εστί του Ελύτη. Ο Παυλίδης μεταφέρει τα λόγια του ποιητή: “ Ένα τοπίο δεν είναι όπως το αντιλαμβάνονται μερικοί, κάποιο, απλώς, σύνολο γης, φυτών και υδάτων”, είναι “…η προβολή της ψυχής ενός λαού πάνω στην ύλη”, κατά τον Ελύτη (σελ. 313). Και με αυτά κλείνει, προβάλλοντας το χρέος του αγώνα για την ελευθερία. 

Επιτάσσονται ενδεικτική βιβλιογραφία, γενική και ειδική, ελληνόγλωσση και ξενόγλωσση και παραπομπές σε περιοδικά και ιστοσελίδες. 

Το κείμενο επίσης του βιβλίου συνοδεύεται από πλούσιο εποπτικό υλικό: φωτογραφίες, χάρτες, διαγράμματα, σχήματα, πίνακες και καταλόγους.

Καταλήγοντας, θεωρούμε ότι το συγκεκριμένο βιβλίο του Καθηγητή κ. Παυλίδη απευθύνεται όχι μονάχα στον ειδικό, τον γεωλόγο, αλλά και στον μεγαλύτερο μαθητή, τον φοιτητή, τον δάσκαλο και το ευρύτερο αναγνωστικό κοινό, γιατί είναι ποιοτικό ανάγνωσμα εκλαϊκευτικό, διεπιστημονικό και ευχάριστο. Από την άποψη αυτή μπορεί να χαρακτηριστεί ως βιβλίο κυριολεκτικά γενικής παιδείας, την οποία πρέπει να διαθέτει κάθε σημερινός μορφωμένος άνθρωπος ιδιαίτερα σε μια εποχή μεγάλης επιστημονικής και τεχνικής εξειδίκευσης, όπως η δική μας.